ἀπούσης
ἀπουσία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: absence
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀπουσίαἀπουσίαι
GENἀπουσίαςἀπουσιῶν
DATἀπουσίᾳἀπουσίαις
ACCἀπουσίανἀπουσίας
ἀπουσίᾳ