βόθροις
βόθρον
βόθρος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: pit (dug in the ground), hole, cistern, trench
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMβόθροςβόθροι
GENβόθρουβόθρων
DATβόθρῳβόθροις
ACCβόθρονβόθρους
VOCβόθρεβόθροι
βόθρου
βόθυνον
βόθυνος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a hole, ditch, pit, cave, trench
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMβόθυνοςβόθυνοι
GENβοθύνουβοθύνων
DATβοθύνῳβοθύνοις
ACCβόθυνονβοθύνους
VOCβόθυνεβόθυνοι
βοθύνου
βοθύνους