συντυγχάνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:to meet together, meet with someone, come at
  • Forms:
    • συντυχεῖν Verb: 2Aor Act Infin
συντυχεῖν
συντυχία
Feminine
 SingularPlural
NOMσυντυχίασυντυχίαι
GENσυντυχίαςσυντυχιῶν
DATσυντυχίᾳσυντυχίαις
ACCσυντυχίανσυντυχίας
VOCσυντυχίασυντυχίαι