ὑπεναντίοι
ὑπεναντίοις
ὑπεναντίον
ὑπεναντίος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • Adjectival:
      • against, contrary, opposed, contrary, hostile
    • Substantival:
      • enemy, opponent, adversary
  • Cognates: ἐναντίος, ὑπεναντίος
  • Forms:
    • ὑπεναντίοι Adj: Nom Plur Masc
    • ὑπεναντίοις Adj: Dat Plur Masc
    • ὑπεναντίον Adj: Nom Sing Neut
    • ὑπεναντίους Adj: Acc Plur Masc
    • ὑπεναντίων Adj: Gen Plur Masc
ὑπεναντίους
ὑπεναντίων
ὑπενέγκαντες
ὑπενεγκεῖν
ὑπενέγκῃ
  • Parse:
    • Verb: Aor mid subj 2nd sing
    • Verb: Aor Act subj 3rd Sing
  • Root: ὑποφέρω
ὑπενέγκῃς
ὑπενέγκω
ὑπενέγκωσιν
ὑπενόει
ὑπενόησα
ὑπενόησεν
ὑπενόθευσεν
ὑπενόουν
  • Parse:
    • Verb: Imp Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
  • Root: ὑπονοέω