ἀγκάλαις
ἀγκάλας
ἀγκάλη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: the bent arm (as though to receive something), elbow, crook of the arm, embrace
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀγκάληἀγκάλαι
GENἀγκάληςἀγκαλῶν
DATἀγκάλῃἀγκάλαις
ACCἀγκάληνἀγκάλας
VOCἀγκάληἀγκάλαι
ἀγκαλίδα
ἀγκαλίς
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: arm, armful, sheaf, (someone's smallest possession)
  • Concord: Job 24:19
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀγκαλίςἀγκαλίδες
GENἀγκαλίδοςἀγκαλίδων
DATἀγκαλίδιἀγκαλίσι(ν)
ACCἀγκαλίδαἀγκαλίδας
VOCἀγκαλίἀγκαλίδες
ἀγκάλισμα
Neuter
 SingularPlural
NOMἀγκάλισμαἀγκαλίσματα
GENἀγκαλίσματοςἀγκαλισμάτων
DATἀγκαλίσματιἀγκαλίσμασι(ν)
ACCἀγκάλισμαἀγκαλίσματα
ἀγκαλῶν
ἄγκιστρα
ἄγκιστρον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: a hook, a bent hook, a fish-hook
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMἄγκιστρονἄγκιστρα
GENἀγκίστρουἀγκίστρων
DATἀγκίστρῳἀγκίστροις
ACCἄγκιστρονἄγκιστρα
ἀγκίστρῳ
ἀγκύλαι
ἀγκύλας
ἀγκύλη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • a loop, noose in a cord
    • a curtain ring, hook
    • the bend in the arm (elbow), wrist, or knee
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀγκύληἀγκύλαι
GENἀγκύληςἀγκυλῶν
DATἀγκύλῃἀγκύλαις
ACCἀγκύληνἀγκύλας
VOCἀγκύληἀγκύλαι
ἀγκυλῶν
ἄγκυρα
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: an anchor (bent shape)
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἄγκυραἄγκυραι
GENἀγκύραςἀγκυρῶν
DATἀγκύρᾳἀγκύραις
ACCἄγκυρανἀγκύρας
ἄγκυραν
ἀγκύρας
ἀγκών
ἀγκών
ἀγκών
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • elbow, bent arm (usually the inside of the arm at the elbow joint)
    • ankle, bone joint
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMἀγκώνἀγκῶνες
GENἀγκῶνοςἀγκώνων
DATἀγκῶνιἀγκῶσι(ν)
ACCἀγκῶναἀγκῶνας
VOCἀγκώνἀγκῶνες
ἀγκῶνα
ἀγκῶνας
ἀγκῶνες
ἀγκωνίσκος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
  • Concord: Ex 26:17
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMἀγκωνίσκοςἀγκωνίσκοι
GENἀγκωνίσκουἀγκωνίσκων
DATἀγκωνίσκῳἀγκωνίσκοις
ACCἀγκωνίσκονἀγκωνίσκους
VOCἀγκωνίσκεἀγκωνίσκοι
ἀγκωνίσκους
ἀγκῶνος
ἀγκώνων