βακτηρία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: a staff, cane, rod
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMβακτηρίαβακτηρίαι
GENβακτηρίαςβακτηρίων
DATβακτηρίᾳβακτηρίαις
ACCβακτηρίανβακτηρίας
βακτηρίαι
βακτηρίαν
βακτηρίας
βακχούρια
  • Parse: Noun: Nom/Acc Plur Neut
  • Meaning: firstling, first-fruit
  • Forms:
    • βακχουρίοις Noun: Nom/Acc Plur Neut
βακχουρίοις