πλινθεία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: brick-making, process of manufacturing bricks
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπλινθείαπλινθεῖαι
GENπλινθείαςπλινθειῶν
DATπλινθείᾳπλινθείαις
ACCπλινθείανπλινθείας
VOCπλινθείαπλινθεῖαι
πλινθείᾳ
πλινθείας
πλινθεῖον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: brickworks, brick factory
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπλινθεῖονπλινθεῖα
GENπλινθείουπλινθείων
DATπλινθείῳπλινθείοις
ACCπλινθεῖονπλινθεῖα
πλινθείου
πλινθεύειν
πλινθεύουσα
πλινθεύσωμεν
πλινθεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to make into bricks, make bricks, build of bricks
  • Forms:
    • ἐπλίνθευεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • πλινθεύουσα Verb: Pres Act Part Nom Sing Fem
    • πλινθεύειν Verb: Pres Act Infin
    • πλινθεύσωμεν Verb: 1Aor Act Subj 1st Plur
πλινθίον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: brickworks
πλίνθοι
πλίνθοις
πλίνθον
πλίνθος
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: a brick
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπλίνθοςπλίνθοι
GENπλίνθουπλίνθων
DATπλίνθῳπλίνθοις
ACCπλίνθονπλίνθους
VOCπλίνθεπλίνθοι
πλίνθου
πλινθουργία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: brick-making
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπλινθουργίαπλινθουργίαι
GENπλινθουργίαςπλινθουργιῶν
DATπλινθουργίᾳπλινθουργίαις
ACCπλινθουργίανπλινθουργίας
VOCπλινθουργίαπλινθουργίαι
πλινθουργίαν
πλίνθους
πλίνθῳ