ἀδάμαντα
ἀδάμαντι
ἀδαμάντινον
ἀδαμάντινος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: of adamant, adamantine, unbreakable, resolute, of steel
  • Concord: click here
Singular
 MascFemNeut
NOMἀδαμάντινοςἀδαμαντίνηἀδαμάντινον
GENἀδαμαντίνουἀδαμαντίνηςἀδαμαντίνου
DATἀδαμαντίνῳἀδαμαντίνῃἀδαμαντίνῳ
ACCἀδαμάντινονἀδαμαντίνηνἀδαμάντινον
VOCἀδαμάντινεἀδαμαντίνηἀδαμάντινε
Plural
 MascFemNeut
NOMἀδαμάντινοιἀδαμάντιναιἀδαμάντινα
GENἀδαμαντίνωνἀδαμαντίνωνἀδαμαντίνων
DATἀδαμαντίνοιςἀδαμαντίναιςἀδαμαντίνοις
ACCἀδαμαντίνουςἀδαμαντίναςἀδαμάντινα
VOCἀδαμάντινοιἀδαμάντιναιἀδαμάντινα
ἀδαμαντίνου
ἀδάμας
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: adamant, steel, very hard metal
  • Concord: click here
ἀδάμαστα
ἀδάμαστος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning:
    • unsubdued, untamed, unbroken
    • not to be prevailed over, insurmountable
  • Concord: click here
ἀδάπανον
ἀδάπανος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: without expense, costless, free of charge
  • Concord: click here