μετῴκηκας
μετῴκισα
μετῴκισαν
μετῴκισε
μετῴκισεν
μετῳκίσθη
μέτωπα
μέτωπον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • forehead
    • literally: the space between the eyes
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMμέτωπονμέτωπα
GENμετώπουμετώπων
DATμετώπῳμετώποις
ACCμέτωπονμέτωπα
μετώπου
μετώπῳ
μετώπων