σῦκα
συκαῖ
συκῶν
συκαῖς
συκάμινα
συκάμινον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • fruit of the mulberry
    • fruit of sycamore fig
  • Forms:
    • συκάμινα Noun: Nom/Acc Plur Neut
συκάμινος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: the mulberry-tree, sycamore tree
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυκάμινοςσυκάμινοι
GENσυκαμίνουσυκαμίνων
DATσυκαμίνῳσυκαμίνοις
ACCσυκάμινονσυκαμίνους
VOCσυκάμινεσυκάμινοι
συκαμίνους
συκαμίνῳ
συκαμίνων
συκᾶς
συκῆ
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: fig-tree, a fig
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυκῆσυκαῖ
GENσυκῆςσυκῶν
DATσυκῇσυκαῖς
ACCσυκῆνσυκᾶς
συκεῶνας
συκῇ
συκῆν
συκῆς
συκομορέα
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: sycamore fig, fig-mulberry tree
  • Forms:
    • συκομορέαν Noun: Acc Sing Fem
συκομορέαν
συκομωραία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: sycamore-fig tree
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυκομωραίασυκομωραῖαι
GENσυκομωραίαςσυκομωραιῶν
DATσυκομωραίᾳσυκομωραίαις
ACCσυκομωραίανσυκομωραίας
VOCσυκομωραίασυκομωραῖαι
συκομωραίαν
σῦκον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: fig
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMσῦκονσῦκα
GENσύκουσύκων
DATσύκῳσύκοις
ACCσῦκονσῦκα
σύκου
συκοφαντεῖ
συκοφαντέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to accuse falsely, slander
    • to annoy, harass, oppress, blackmail
    • to extort
    • to make financial gain by laying false charges against
  • Forms:
  • Present
  • συκοφαντεῖ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • συκοφαντούμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
  • συκοφαντουμένων Verb: Pres Mid/Pass part Gen Plur Masc
  • συκοφαντούντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
  • Imperfect
  • Future
  • συκοφαντήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • Aorist
  • ἐσυκοφάντησα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
  • συκοφαντῆσαι Verb: 1Aor Act Infin
  • συκοφαντησάτωσαν Verb: Aor Act Imperative 3rd Plur
  • συκοφαντήσητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
  • Perfect
συκοφάντην
συκοφάντης
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • a false accuser, slanderer, oppressor
    • one who is involved in extortion
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυκοφάντηςσυκοφάνται
GENσυκοφάντουσυκοφαντῶν
DATσυκοφάντῃσυκοφάνταις
ACCσυκοφάντηνσυκοφάντας
συκοφαντῆσαι
συκοφαντησάτωσαν
συκοφαντήσει
συκοφαντήσητε
συκοφαντία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • false accusation, slander, calumny
    • extortion
    • vexatious or dishonest prosecution, chicane, barratry, blackmail
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυκοφαντίασυκοφαντίαι
GENσυκοφαντίαςσυκοφαντιῶν
DATσυκοφαντίᾳσυκοφαντίαις
ACCσυκοφαντίανσυκοφαντίας
VOCσυκοφαντίασυκοφαντίαι
συκοφαντίαν
συκοφαντίας
συκοφαντιῶν
συκοφαντούμενοι
συκοφαντουμένων
συκοφαντούντων
συκοφαντῶν
σύκων
συκών
συκῶν
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: fig-yard
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMσυκώνσυκῶνες
GENσυκῶνοςσυκώνων
DATσυκῶνισυκῶσι(ν)
ACCσυκῶνασυκῶνας, συκεῶνας
VOCσυκώνσυκῶνες
συκῶνας