διαιρεθήσεται
διαιρεθῶσιν
διαιρεῖται
διαιρέσεις
διαιρέσεσιν
διαιρέσεως
διαίρεσιν
διαίρεσις
Feminine
 SingularPlural
NOMδιαίρεσιςδιαιρέσεις
GENδιαιρέσεωςδιαιρέσεων
DATδιαιρέσειδιαιρέσεσι(ν)
ACCδιαίρεσι(ν)διαιρέσεις
διαιρετός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:divided, separated, divisible
  • Forms:
Singular
 MasculineFeminineNeuter
NOMδιαιρετόςδιαιρετήδιαιρετόν
GENδιαιρετοῦδιαιρέτηςδιαιρετοῦ
DATδιαιρετῷδιαιρετῇδιαιρετῷ
ACCδιαιρετόνδιαιρετήνδιαιρετόν
Plural
 MasculineFeminineNeuter
NOMδιαιρετοίδιαιρεταίδιαιρετά
GENδιαιρετῶνδιαιρετῶνδιαιρετῶν
DATδιαιρετοῖςδιαιρεταῖςδιαιρετοῖς
ACCδιαιρετούςδιαιρετάςδιαιρετά
διαιρέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to separate out, divide, distribute
    • to separate out
    • to dispense, apportion, distribute
    • to sever
    • to make a breach in a continuum and diminish, e.g., to shorten the number of months of one's lifespan (Job 21:21)
  • Forms:
  • Present
  • διαιρεῖται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • διαιρούμενοι Part: Pres Mid/Pass Nom Plur Masc
  • διαιροῦν Part: Pres Act Nom/Acc Sing Neut
  • διαιρῶν Part: Pres Act Nom Sing Masc
  • Imperfect
  • Future
  • διαιρεθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
  • διελεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • διελεῖσθε Verb: Fut Act Ind 2nd Plur
  • διελεῖται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
  • διελεῖτε Verb: Fut Act Ind 2nd Plur
  • διελοῦνται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
  • διελοῦσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
  • διελεῖν Verb: Fut Act Infin
  • Aorist
  • διαιρεθῶσιν Verb: Aor Pass Subj 3rd Plur
  • διείλαντο Verb: Aor Mid Ind 3rd Plur
  • διεῖλε(ν) Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
  • διεῖλον Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • διελέσθαι Verb: Aor Mid Infin
  • διέλετε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • διέλῃς Verb: 2Aor Act Subj 2nd Sing
  • διῃρέθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
  • διῃρέθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
  • διελεῖν Verb: Aor Act Infin
  • Perfect
  • διῃρημένη Part: Perf Mid/Pass Nom Sing Fem
  • διῄρηται Verb: Perf Mid/Pass Ind 3rd Sing
διαιρούμενοι
διαιροῦν
διαιρῶν
δίαιτα
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • a way of life, livelihood
    • food, diet
    • habitation, dwelling, abode
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδίαιταδίαιται
GENδιαίτηςδιαιτῶν
DATδιαίτῃδιαίταις
ACCδίαιτανδίαιτας
VOCδίαιταδίαιται
διαίταις
δίαιταν
διαιτάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to regulate, govern, moderate
      • to keep under control
    • Middle/Passive:
      • to subject
      • to have a dwelling
      • to lead one's life
      • to live
  • Cognates:

    διαιτάω, ἐκδιαιτάω

  • Forms:
    • διαιτηθήσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • διῃτῶντο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Plur
διαιτέω
διαίτῃ
διαιτηθῆναι
διαιτηθήσεται
διαίτης