ὑποχείριοι
ὑποχειρίοις
ὑποχείριον
ὑποχείριος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: subjected, under one's hand, under (someone's) control, within (someone's) power, within one's authority
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMὑποχείριοςὑποχείριον
GENὑποχειρίου
DATὑποχειρίῳ
ACCὑποχείριον
Plural
 MascFemNeut
NOMὑποχείριοιὑποχείρια
GENὑποχειρίων
DATὑποχειρίοις
ACCὑποχειρίουςὑποχείρια
ὑποχειρίους
ὑποχθόνιοι
ὑποχθόνιος
Singular
 MascFemNeut
NOMὑποχθόνιοςὑποχθόνιον
GENὑποχθονίου
DATὑποχθονίῳ
ACCὑποχθόνιον
Plural
 MascFemNeut
NOMὑποχθόνιοιὑποχθόνια
GENὑποχθονίων
DATὑποχθονίοις
ACCὑποχθονίουςὑποχθόνια
ὑποχθονίων
ὑποχόνδρια
ὑποχόνδριος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning:
    • under a rib
    • abdominal
    • hypochondrion
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMὑποχόνδριοςὑποχόνδριον
GENὑποχονδρίου
DATὑποχονδρίῳ
ACCὑποχόνδριον
Plural
 MascFemNeut
NOMὑποχόνδριοιὑποχόνδρια
GENὑποχονδρίων
DATὑποχονδρίοις
ACCὑποχονδρίουςὑποχόνδρια
ὑπόχρεῳ
ὑπόχρεως
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: indebted, in debt
  • Forms:
Singular
 Masc/FemNeut
NOMὑπόχρεωςὑπόχρεων
GENὑποχρέουὑποχρέου
DATὑπόχρεῳὑπόχρεῳ
ACCὑπόχρεωνὑπόχρεων
Plural
 Masc/FemNeut
NOM--
GENὑπόχρεωνὑπόχρεων
DAT--
ACC--
ὑποχυτήρ
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: vessel to pour oil into a lamp
  • Note: Feminine form isὑποχυτειρα
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMὑποχυτήρὑποχυτῆρες
GENὑποχυτῆροςὑποχυτήρων
DATὑποχυτῆριὑποχυτῆρσι(ν)
ACCὑποχυτῆραὑποχυτῆρας
ὑποχυτῆρας
ὑποχωρέω
ὑποχωρῆσαι
ὑποχωρῶν