συνοδεύοντες
συνοδεύσαι
συνοδεύσω
συνοδεύω
συνοδία
Feminine
 SingularPlural
NOMσυνοδίασυνοδίαι
GENσυνοδίαςσυνοδιῶν
DATσυνοδίᾳσυνοδίαις
ACCσυνοδίανσυνοδίας
VOCσυνοδίασυνοδίαι
συνοδίᾳ
συνοδίας
σύνοδοι
σύνοδον
σύνοδος
Masculine
 SingularPlural
NOMσύνοδοςσύνοδοι
GENσυνόδουσυνόδων
DATσυνόδῳσυνόδοις
ACCσύνοδονσυνόδους
VOCσύνοδεσύνοδοι
συνοδυνάομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning:to suffer in pain with, have sorrow with
  • Forms:
    • συνοδυνηθῇς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
συνοδυνηθῇς
συνόδων
σύνοιδα
σύνοιδεν
συνοικέω
  • Present
  • συνοικοῦντα Part: Pres Act Acc Sing Masc
  • συνοικοῦντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
  • συνοικῶν Part: Pres Act Nom Sing Masc
  • Imperfect
  • Future
  • συνοικήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • συνοικήσων Part: Fut Act Nom Sing Masc
  • Aorist
  • συνοικῆσαι Verb: Aor Act Infin
  • συνοικήσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • συνῴκησαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
  • συνῴκησε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • Perfect
  • συνῳκηκυῖα Part: Perf Act Nom Sing Fem
συνοικῆσαι
συνοικήσει
συνοικήσεως
συνοικήσῃ
συνοίκησις
Feminine
 SingularPlural
NOMσυνοίκησιςσυνοικήσεις
GENσυνοικήσεωςσυνοικήσεων
DATσυνοικήσεισυνοικήσεσι(ν)
ACCσυνοίκησινσυνοικήσεις
συνοικήσων
συνοικίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to unite (in marriage)
      • to allow to live with
      • to give in marriage
      • to take in marriage
    • Passive:
      • to be bound in marriage
      • to be populated (of a city)
  • Cognates: ἀποικίζω, ἐνοικίζω, κατοικίζω, μετοικίζω, οἰκίζω, συνοικίζω
  • Forms:
    • συνοικίσητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
    • συνοικισθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • συνοικισθήσῃ Verb: Fut Pass Ind 2nd Sing
    • συνῳκίσαμεν Verb: Aor Act Ind 1st Plur
    • συνῴκισαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
    • συνῳκίσατε Verb: Aor Act Ind 2nd Plur
    • συνῳκισμένης Part: Perf Mid/Pass Gen Sing Fem
συνοικίσητε
συνοικισθήσεται
συνοικισθήσῃ
συνοικοδομεῖσθε
συνοικοδομέω
συνοικοδομήσομεν
συνοικοῦντα
  • Parse:
    • Part: Pres Act Nom/Acc Plur Neut
    • Part: Pres Act Acc Sing Masc
  • Root: συνοικέω
συνοικοῦντες
συνοικῶν
συνολκή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • act of drawing in (air), inhaling
    • gulp
    • contraction, retraction, spasm, convulsion, cramp
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυνολκήσυνολκαί
GENσυνολκῆςσυνολκῶν
DATσυνολκῇσυνολκαῖς
ACCσυνολκήνσυνολκάς
VOCσυνολκήσυνολκαί
συνολκήν
σύνολον
σύνολος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • altogether, without exception, in every case
    • +Neg: at all (e.g., not at all), not under any circumstance
  • Forms:
    • σύνολον Adj: Nom/Acc Sing Neut
συνομιλέω
συνομιλῶν
συνομολογεῖται
συνομολογέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to say the same thing as (someone)
      • to agree with (someone)
      • to express agreement
    • Passive:
      • to be agreed, be confessed, be conceded
  • Forms:
    • συνομολογεῖται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
συνομορέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:to adjoin, border together, join hard
  • Cognates: ὁμορέω
  • Forms:
    • συνομοροῦσα Part: Pres Act Nom Sing Fem
συνομοροῦσα
συνόντα
  • Parse:
    • Part: Pres Act Nom/Acc Plur Neut
    • Part: Pres Act Acc Sing Masc
  • Root: σύνειμι
συνόντων
συνοράω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to become aware of, realize
    • to look on, perceive
    • to see together
    • to consider
  • Forms:
    • συνεωρακότα
      • Part: Perf Act Acc Sing Masc
      • Part: Perf Act Nom/Acc Sing Neut
    • συνορῶν Part: Pres Act Nom Sing Masc
    • συνορῶντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
    • συνορώντων Part: Pres Act Gen Plur Masc
    • συνορῶσα Part: Pres Act Nom Sing Fem
συνορία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:neighbouring country
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυνορίασυνορίαι
GENσυνορίαςσυνοριῶν
DATσυνορίᾳσυνορίαις
ACCσυνορίανσυνορίας
VOCσυνορίασυνορίαι
συνορῶν
συνορῶντες
συνορώντων
συνορῶσα
συνούλωσιν
συνούλωσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • complete scar formation
    • complete cicatrization
    • healing of a wound
    • soundness
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυνούλωσιςσυνουλώσεις
GENσυνουλώσεωςσυνουλώσεων
DATσυνουλώσεισυνουλώσεσι(ν)
ACCσυνούλωσι(ν)συνουλώσεις
συνούσης
συνουσιασμόν
συνουσιασμός
Masculine
 SingularPlural
NOMσυνουσιασμόςσυνουσιασμοί
GENσυνουσιασμοῦσυνουσιασμῶν
DATσυνουσιασμῷσυνουσιασμοῖς
ACCσυνουσιασμόνσυνουσιασμούς
VOCσυνουσιασμέσυνουσιασμοί
συνοῦσιν
συνοχάς
συνοχή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • siege
    • oppression
    • prison
    • Plural:fetters, bonds, restraints
    • anxiety, anguish, distress, dismay
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMσυνοχήσυνοχαί
GENσυνοχῆςσυνοχῶν
DATσυνοχῇσυνοχαῖς
ACCσυνοχήνσυνοχάς
VOCσυνοχήσυνοχαί
συνοχῇ
συνοχήν
συνοχῆς
συνοψίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:to estimate
  • Forms:
    • συνοψίσας Verb: Aor Act Ind/Imperative 2nd Sing
συνοψίσας