κάτω
  • Parse: Adverb; PREP
  • Meaning:
    • below, underneath, beneath, bottom, down, under
    • downward
    • relatively late in history
    • down below
    • situated very low
κατώδυνοι
κατώδυνος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • in great pain, in great affliction
    • exceedingly distressed
    • grieved
  • Forms:
    • κατώδυνοι Adj: Nom Plur Masc
κατωδυνωμένην
κατωδυνωμένων
κατωδύνων
κατῴκει
κατῴκεις
κατῳκεῖτε
κατῳκεῖτο
κατῴκηκα
κατῴκησα
κατῳκήσαμεν
κατῴκησαν
κατῳκήσατε
κατῴκησε
κατῴκησεν
κατῴκισα
κατῴκισαν
κατῴκισας
κατῴκισεν
κατῳκίσθη
κατῳκίσθημεν
κατῳκίσθησαν
κατῳκίσθητε
κατῴκισται
κατῳκοδομημέναις
κατῴκουν
κάτωθεν
κατωρθούμην
κατωρθοῦτο
κατωρθώθη
κατώρθωσαν
κατωρθώσαντο
κατώρθωσεν
κατωρύγη
κατώρυξα
κατώρυξαν
κατωρχήσαντο
κατώτατα
κατωτάτοις
κατώτατος
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: lowest
  • Cognates: ἀνώτατος, ἐξώτατος, ἐσώτατος, κατώτατος
  • Forms:
    • κατώτατα Adj: Nom/Acc Plur Masc
    • κατωτάτοις Adj: Dat Plur Masc
    • κατωτάτου Adj: Gen Sing Masc
    • κατωτάτῳ Adj: Dat Sing Masc
    • κατωτάτω Adj: Gen Sing Masc/Neut Superlative.
κατωτάτου
κατωτάτῳ
κατωτάτω
κατώτερα
κατώτερον
κατώτερος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: lower; inferior (locally, of Hades)
  • Forms:
    • κατώτερον Adj: Nom/Acc Sing Neut Comparative
    • κατώτερα Adj: Acc Plur Neut Comparative
κατωτέρω
  • Parse: Adverb
  • Meaning: lower, below, under (as in two years old and under)
  • Cognates: ἀπωτέρω