συνέφαγε(ν)
συνέφαγες
συνεφάγομεν
συνέφερε(ν)
συνεφίστημι
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to rise up together
    • to join in an attack
  • Forms:
    • συνεπέστη Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
συνεφλογίσθησαν
συνέφρυγε(ν)
συνεφρύγησαν
συνέφυγε(ν)
συνεφύροντο
συνεφωνήθη
συνεφώνησαν
συνεφώνησας
συνεφώνησε(ν)
συνεφώνουν
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: συμφωνέω